Κλίμακα
(scale)

[1] Σύστημα διάταξης στοιχείων σε μια προοδευτική σειρά σύμφωνα με το μέγεθος ή την αξία τους. [2] Στη μέτρηση, δομή η οποία επιτρέπει τη χαρτογράφηση μιας ιδιότητας που βασίζεται σε ένα σύνολο κανόνων, σύμφωνα με τους οποίους αποδίδονται αριθμοί. Οι πιο συνήθεις τύποι κλιμάκων είναι η ονομαστική, η τακτική, η κλίμακα ίσων διαστημάτων και η αναλογική. [3] Ψυχολογικό εργαλείο με στοιχεία διαταγμένα σε μια διάσταση, όπως ο βαθμός δυσκολίας (χαρακτηριστικό των κλιμάκων που μετρούν τη νοημοσύνη), η προτίμηση (χαρακτηριστικό των κλιμάκων που μετρούν κοινωνικές στάσεις).

Από το Λεξικό Ψυχολογίας, Α. Χουντουμάδη - Λ. Πατεράκη.