Εγκυρότητα
(validity)

Γενικά ο βαθμός στον οποίο είναι κάτι αληθές και σύμφωνο με την πραγματικότητα. [2] Στη λογική, το κύριο χαρακτηριστικό της συναγωγής που εκφράζεται από ένα παραγωγικό επιχείρημα: σε ένα έγκυρο παραγωγικό επιχείρημα, αν όλες οι προκείμενες είναι αληθείς, τότε και το συμπέρασμα είναι αληθές. [3] Στην ψυχομετρία, ο βαθμός στον οποίο οι μετρήσεις αντιστοιχούν σε ορισμένα κριτήρια, ή ο βαθμός στον οποίο οι δοκιμασίες μετρούν πράγματι τα προς μέτρηση μεγέθη.   Η έννοια αφορά κυρίως τον τρόπο ερμηνείας και χρήσης των μετρήσεων που προκύπτουν από μια δοκιμασία, και όχι τη δοκιμασία αυτή καθαυτή. Για παράδειγμα δεν αμφισβητείται ότι μια ζυγαριά δίνει έγκυρες μετρήσεις του βάρους ενός ατόμου, όχι όμως της νοημοσύνης του. Έχουν αναπτυχθεί πολλές διαφορετικές τεχνικές για τον καθορισμό της εγκυρότητας των μετρήσεων. Βλ.  εγκυρότητα περιεχομένου, εγκυρότητα σε σχέση με το κριτήριο, συγχρονική εγκυρότητα, εγκυρότητα εννοιολογικής κατασκευής και φαινομενική εγκυρότητα.

Από το Λεξικό Ψυχολογίας, Α. Χουντουμάδη - Λ. Πατεράκη.